Via Ludovisi- 3ος όροφος 21:00
Από τη στιγμή που σηκώθηκε, είχε μόνο ένα πράγμα στο μυαλό του... Πώς θα ικανοποιούσε την δίψα του. Το προηγούμενο βράδυ τον είχε εξαντλήσει και το Κτήνος μέσα του διψούσε για αίμα. Η πιο απλή λύση θα ήταν να χρησιμοποιήσει τον γείτονα της διπλανής πόρτας. Αλλά θα ήταν πολύ ριψοκίνδυνο. Προτίμησε να δοκιμάσει την τύχη του στο σοκάκι δίπλα από την πολυκατοικία του...
Ο πρώτος περαστικός που πέρασε δίπλα από το στενό ήταν ο τυχερός. Μια καλοζυγισμένη γροθιά τον έστειλε για ύπνο, και τώρα ήταν όλος δικός του. Ο Francis ετοιμάστηκε να απολαύσει τη λεία του, όταν με την άκρη τoy ματιού του παρατήρησε στο απέναντι πεζοδρόμιο κάποιον να τον κοιτάζει επίμονα. Τί θέλει αυτός ο βλάκας τώρα...δεν το εκτιμά το κεφάλι του μάλλον.
Ο Francis βγήκε από την σκιά και έκανε ένα απειλητικό νόημα στον απέναντι...Μόνο που δεν ήταν αρκετό. Εντάξει ο τύπος είναι σίγουρα βλάκας. Μου 'χει μοστράρει και το κινητό στο χέρι λές και θα φοβηθώ.
-"Φιλαράκι τί κάνεις εκεί μέσα με το παλικάρι ? Ποιός νομίζεις ότι είσαι και χτυπάς κόσμο μες το κέντρο της Ρώμης ? Και με απειλείς κι από πάνω ?! Στη θέση σου θα έτρεχα να κρυφτώ."
-" Στη θέση σου δεν θα το έπαιζα ήρωας με το λάθος άτομο. Νομίζω ότι είναι ώρα να φεύγεις πριν να είναι πολύ αργά."
Άμεση Δράση εδώ, ποιό είναι το πρόβλημα σας...ακούστηκε από το ηχείο του κινητού.
Τα ζήταγες φίλε...σκέφτηκε ο Francis. Δεν είχε υπολογίσει όμως ότι το κτήνος μεσα του είχε άλλες διαθέσεις...πολύ πιο άγριες από έναν απλό καυγά.
Τρεις γροθιές με όλη την οργή αυτού του Mekhet από πίσω τους, δεν είναι κάτι ασήμαντο... Ο τύπος δάγκωσε την άσφαλτο πριν καταλάβει τί τον χτύπησε. Αίμα άρχισε να στάζει από την σπασμένη του μύτη...
Το Αίμα...και μόνο η θέα του έκανε τον Francis να ανατριχιάσει από ανυπομονησία. Προσπάθησε να συγκρατηθεί...Το Κτήνος όμως ήταν πιο δυνατό από αυτόν.Τον κυρίευσε σαν ένα κύμα που καταπίνει μια βάρκα στην θάλασσα και αφήνει τους επιβάτες της ανήμπορους να κάνουν το ο,τιδήποτε. Επιτέθηκε στον θνητό σαν τίγρης στο πεθαμένο της θήραμα και βύθισε τους κυνόδοντές του μέσα του...
Η πρώτη γουλιά ήταν ό,τι πιο έντονο είχε νιώσει στην ζωή του ώς τότε. Το αίμα, ζεστό και παχύρευστο έτρεχε από την πληγή του ανθρώπου στο στόμα του, γεμίζοντας τον όπως το νερό σε αυτόν που περπατά στην έρημο. Η πρώτη γουλιά τον συνέφερε προσωρινά θυμίζοντας του τί κάνει και πού το κάνει. Προσπάθησε και πάλι να περιορίσει τον εαυτό του... Δεν τα κατάφερε.
Όταν ανέκτησε τον έλεγχο ήταν ήδη πολύ αργά, και δεν μπορούσε να καταλάβει τί ήταν αυτό το σπρώξιμο στο πίσω μέρος του κεφαλιού του. Γύρισε απότομα για να αντικρύσει τον άλλο θνητό, εκείνον που είχε αφήσει στο σοκάκι αναισθητο, να τον χτυπάει στο κεφάλι. Ο θνητός βλέποντας τον Καϊνίτη βαμμένο από πάνω ώς κάτω στο αίμα, και το στόμα του να στάζει ακόμα, πανικοβλήθηκε και άρζισε να υποχωρεί τρέχοντας. Ίσως έπρεπε να τον κυνηγήσει σκέφτηκε, αλλά αμέσως το μυαλό του πήγε σε πιο πιεστικά πράγματα... Ο τύπος στα γόνατα του δεν είχε πια σφυγμό...
Via Cesare Gaibo- Ξενοδοχείο "Το Κόκκινο Κρίνο" 22:00
ΜΑΝΤΡΑ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ.ΠΤΩΜΑ.ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ.
Το μήνυμα στο κινητό του Victor ήταν αρκετά κωδικοποιημένο για να βγεί ασφαλές συμπέρασμα αλλά ένα ήταν σίγουρο. Ο Francis είχε μπλέξει. Και μαζί του και αυτοί αν δεν ανακαλύπταν τί συνέβαινε. "Κασσάνδρα, πάρε την μικρή και ελάτε όποτε μπορέσετε στο σπίτι του Francis από πίσω. Ειδοποίησε και την Lillien. Έχουμε πρόβλημα."
Via Ludovisi- Πάρκινγκ 22:30
Τί μαλάκες που είναι αυτοί οι θνητοί. Όλο στα πόδια μας μπλέκονται. Γιατί μία φορά -μία γαμημένη φορά! - να μην μπορούν να πάνε όλα κατ ευχήν και να μην χρειάζεται να πείθω τον κάθε ένστολο καργιόλη -που νομίζει ότι είναι και κάποιος με το πιστολάκι που κουβαλάει και το γαλόνι που φοράει- ότι είμαι ανώτερός του και πρέπει να με αφήσει να περάσω! Πώς να το κάνουμε δηλαδή! Σας χρησιμοποιώ, είστε οι μαργιονέτες μου, το φαί μου τί δεν καταλαβαίνετε? Είμαι ένα σκαλί πιο πάνω στην τροφική αλυσίδα που να με πάρει !
Οι σκέψεις του Βίκτωρα θα μπορούσαν σίγουρα να γεμίσουν βιβλίο όταν αντίκρυσε το μπλόκο των αστυνομικών που έκλεινε το πάρκινγκ πίσω από το σπίτι του Francis. Αλλά ήταν πολλοί. Ρε φίλε ήταν ΠΟΛΛΟΙ οι μπάτσοι. Τί σκατά έκανε πάλι ο Francis...
Δεν του πήρε πολύ ώρα για να πείσει τον ανώτερο αξιωματικό ότι ήταν ο ιατροδικαστής και έπρεπε να ρίξει μια ματιά στο πτώμα. Περπάτησε προς το σημείο που ήταν συγκεντρωμένοι οι περισσότεροι αστυνομικοί. Είδε κάποιους με εργαλεία να περιφέρουν κάτι πεσμένο στο τσιμέντο. Πηγαίνοντας κοντά είδε τον Francis ξαπλωμένο με το ένα χέρι να εκτείνεται στο πλάι,ελαφρώς ανασηκωμένο. Τα μάτια του ήταν ανοιχτά σαν νεκρού, και ήταν βαμμένος από πάνω ώς κάτω κόκκινος. Ήταν Αίμα, αυτό ήταν σίγουρο. Και ο Francis ζούσε, επίσης. Αλλά τί ακριβώς περίμενε να κάνει για να τον βοηθήσει εκείνη την ώρα του διέφευγε... Μπορεί να είχε σταματήσει να πιστεύει στον θεό εδώ και καιρό αλλά ευχήθηκε με όλη του τη δύναμη να μην εμφανιστεί ο σερίφης τώρα. Όχι τώρα. Και μετά άκουσε κάτι που έκανε το στομάχι του να σφιχτεί...
-"Ρε σύ δεν μπορώ να τον βγάλω φωτογραφία τον τύπο, λές να έχει πρόβλημα ο φακός?"
-"Ούτε γω μπορώ ακούστηκε από δίπλα... Βγαίνει θολός...."
Ο κόσμος κατέρεε γύρω του,και όσο σκεφτόταν τι θα τους έκαναν έτσι και μάθαιναν σε τί βαθμό είχαν σπάσει την Μεταμφίεση, τόσο το στομάχι του σφιγγόταν πιο πολύ.
"Ήρθε το ασθενοφόρο, ετοιμαστείτε να φορτώσουμε τον νεκρό" ακούστηκε από κάπου.
Ο Victor αποφάσισε πως έπρεπε να δράσει.
Η Κασσάνδρα κρυμμένη μέσα στο βανάκι της Σήμανσης και κρατώτας την μικρή Τάνια από το χέρι, ήταν σίγουρη ότι ήταν σε ασφαλές μέρος για να εμφανιστεί. Άκουσε τον θόρυβο από τα λάστιχα του ασθενοφόρου που επιτάχυνε. Ο Victor ήταν στη θέση του οδηγού. Ευχήθηκε όλα να πανε καλά, αλλά σύντομα άκουσε πυροβολισμούς.
"ΒΓΕΣ ΕΞΩ ΜΕ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΨΗΛΑ ΚΑΙ ΠΕΣΕ ΚΑΤΩ!!!"
Ο Victor υπάκουσε το πρώτο αλλά όχι το δεύτερο. Βγήκε από το ασθενοφόρο με τα σκασμένα λάστιχα και άρχισε να τρέχει με όση δύναμη είχε. Δεν φοβόταν. Τον είχαν πυροβολήσει ξανά στο παρελθόν. Δεν ήταν τίποτα σοβαρό. Λίγη υπομονή και οι πληγές θα έκλειναν. Τα όπλα δεν πιάνουν στους Ομόαιμους. Το είπε στον εαυτό του ξανά και ξανά. Ήθελε να το πιστέψει. Έκανε λάθος...
Η ομοβροντία που εξαπέλυσαν οι 4 αστυνομικοί τον διαπέρασε. Η μια σφαίρα μετά την άλλη καρφωνόταν στα πόδια του,στην πλάτη του, παντού. Στην αρχή ήταν ένα μόνο τσίμπημα. Μετά ακόμα ένα...κι ακόμα ένα.... Πριν προλάβει να απομακρυνθεί αρκετά το κορμί του είχε δεχθεί τόσες σφαίρες που θα κατέβαζαν ελέφαντα. Ένιωσε τον πόνο να τον κυριεύει. Αυτοί οι μπάσταρδοι ξέραν σημάδι. Κοίταξε αριστερά και είδε ένα στενό. Αν δεν προλάβαινε να χωθεί εκεί πριν την επόμενη ομοβρωντία, την είχε πολύ άσχημα... Να πάρει η οργή, σκέφτηκε.
Πρώτη φορά ένιωθε τόσο αβοήθητος στα χέρια απλών θνητών.
Πίσω από τους αστυνομικούς η μικρή Τάνια προσπαθούσε ακούγοντας να καταλάβει τί συμβαίνει. Η Κασσάνδρα ένιωθε ανήμπορη να βοηθήσει τον Victor. Γύρισε στην Τάνια. "Πρέπει να μας βοηθήσεις. Πρέπει να τραβήξουμε την προσοχή αυτών των αστυνομικών!"
"Μπορώ να κάνω θόρυβο άμα θές...Πολύ θόρυβο.Να το κάνω?"
"Καλή ιδέα! Κάντο τώρα όμως!"
Αυτό που άκουσε η Κασσάνδρα να βγαίνει από το μικρό κορίτσι που είχε δίπλα της δεν μπορούσε να προέρχεται από ανθρώπινο λαρύγγι... Μια σειρά από ήχους πνιγμού και στην συνέχεια...το χάος...Τριξήματα που ακούγονταν σαν κολώνες που σπάνε, και μετά ο ήχος ενός τοίχου που υποχωρεί κάτω από το βάρος του. Όλα αυτά σε μια ένταση που σίγουρα ακούστηκε στο επόμενο τετράγωνο! Τα πάντα πάγωσαν καθώς όλοι γύρισαν και κοίταξαν το μικρό κορίτσι με το μαντίλι στα μάτια.
"Μπράβο Τάνια! Και τώρα πρέπει να τους τρομάξεις."
"Κασσάνδρα είσαι σίγουρη γι αυτό που μου ζητάς?"
"Κάντο πανάθεμά σε!"
Via Ludovisi- Πάρκινγκ 22:45
Η Lilien δεν πίστευε στα αυτιά της. Πυροβολισμοί ήχοι κτηρίων που κατέρρεαν. Τί διάολο συνέβαινε ? Προσπάθησε να τα αγνοήσει όλα και να επικεντρωθεί στον Francis που κοίτονταν "νεκρός". Επικοινώνησε τηλεπαθητικά μαζί του προσπαθώντας να βρεί μια λύση. Η υπομονή του Francis είχε αρχίσει να εξαντλείται.
Θα πυροβολήσω τους μαλάκες και θα αρχίσω να τρέχω, σκέφτηκε ο Francis.
H Lilien έπιασε την σκέψη του και προσπάθησε να τον πείσει να μην το κάνει. Ταυτόχρονα άκουσε ουρλιαχτά από τον γειτονικό δρόμο, και φρεναρίσματα αυτοκινήτων. Οι 2 άντρες της Σήμανσης γύρισαν το κεφάλι. Ο Francis άρπαξε την ευκαιρία. Σήκωσε το revolver του και σημάδεψε τον ένα στο κεφάλι...
Η Κασσάνδρα συνειδητοποίησε το λάθος της μόνο όταν ήταν πια πολύ αργά. Ποτέ δεν ζητάς από έναν Nosferatu να ενεργοποιήσει τον Εφιάλτη, πρίν κλείσεις τα μάτια σου. Η εικόνα του παραμορφωμένου μικρού κοριτσιού με τα τεράστια άκρα, τα γαμψά νύχια και τα κόκκινα σημάδια στην θέση των ματιών ήταν κάτι που το μυαλό της δεν άντεχε με τίποτα. Ένιωσε την ανάγκη να τρέξει, να φωνάξει. Δυστυχώς, μαζί μ'αυτήν το ίδιο αισθάνθηκαν και όλοι οι θνητοί που περνούσαν εκείνοι την ώρα από τον μοιραίο εκείνο δρόμο...
Το πραγματικό πτώμα εμφανίστηκε δίπλα στον Francis καθώς η Ατραπός έχασε την δύναμή της. Ο άλλος άνδρας είδε τον συνάδελφο του να πέφτει νεκρός δίπλα του, και τον εως τότε"νεκρο" με ένα πιστόλι στο χέρι να τον σημαδεύει. Δίπλα του είχε εμφανιστεί άλλο ένα πτώμα....
Ο άνθρωπος προσπάθησε μέσα στη σύγχιση του να αντιδράσει. Το χέρι του δεν μπορούσε να κρατήσει το όπλο καλά καλά. Σημάδεψε αλλά αστόχησε. Και μετά έγινε το ανείπωτο. Το νέο πτώμα εξαφανίστηκε μπροστά στα μάτια του, όπως ακριβώς είχε εμφανιστεί. Ο άνδρας έμεινε με το πιστόλι στο χέρι και έπεσε στα γόνατα. Το κενό στα μάτια του έκανε την Lilien να θέλει να γελάσει, αν και ήξερε πως η κατάσταση μόνο για γέλια δεν ήταν... Ο Francis άρχισε να τρέχει, ενώ οι υπόλοιποι αστυνομικοί άρχισαν να τρέχουν προς το μέρος του.Η Lilien προσπάθησε να τους καθυστερήσει σημαδεύοντας με το μαστίγιο της έναν κοτσαδόρο, ελπίζοντας να δημιουργήσει μια παγίδα απελπισίας. Παρά την δεξιοτεχνία της δεν τα κατάφερε. Το αόρατο μαστίγιο έσκισε τον αέρα και οι αστυνομικοί κοντοστάθηκαν ένα δεύτερο. Μετά ήταν ώρα για άλλη μια ομοβρωντία, αυτή τη φορά με στόχο τον Francis που είχε ήδη σκαρφαλώσει τον τρίμετρο τοίχο που χώριζε το πάρκινγκ από το σοκάκι... Η Lilien φορτώθηκε το αόρατο πτώμα και έφυγε προς την αντίθετη κατεύθυνση...
Όλοι τους ήξεραν πως πλέον είχαν μόνο μια επιλογή. Να εξαφανιστούν.